Το τραπεζικό σύστημα
Η δημιουργία, η εξέλιξη και ο σημερινός του καταστροφικός ρόλος
Τα θεμέλια για την ανάπτυξη του τραπεζικού τομέα τέθηκαν επί Αγγλοκρατίας με τη δημιουργία ενός συστήματος που βασίστηκε στην ίδρυση ταμιευτηρίων. Τα πρώτα ήταν το «Ταμιευτήριο η Λευκωσία» (1899) και το «Λαϊκό Ταμιευτήριο Λεμεσού» (1901), που αποτέλεσαν και τους προπομπούς των μετέπειτα τραπεζών - το μεν πρώτο της «Τράπεζας Κύπρου», το δε δεύτερο της «Λαϊκής Τράπεζας Κύπρου».
Το 1909 ιδρύθηκε και το «Ταμιευτήριο Λευκονοίκου», του οποίου σκοπός ήταν η παροχή δανείων προς τους κατοίκους της κοινότητας και της γύρω περιοχής. Με τη λειτουργία του προετοιμάστηκε το έδαφος για την ίδρυση της πρώτης συνεργατικής εταιρείας, αλλά και της κίνησης που ακολούθησε για την επέκταση του Συνεργατισμού σε άλλες περιοχές του νησιού. Συγκεκριμένα, στις 22 Νοεμβρίου του 1909 πραγματοποιήθηκε η ιδρυτική συνέλευση της «Χωρικής Τράπεζας Λευκονοίκου»[1] .
Το 1914 ψηφίστηκε και ο «Νόμος 12 Περί Συνεργατικών Πιστωτικών Εταιρειών» και το 1920 πραγματοποιήθηκε το πρώτο «Αγροτικό Συνέδριο». Εκεί συζητήθηκαν και καταγράφηκαν τα προβλήματα που αποτελούσαν εμπόδιο στην ανάπτυξη της συνεργατικής κίνησης. Για επίλυσή τους έγιναν εισηγήσεις προς την αποικιοκρατική Διοίκηση, η οποία προχώρησε το 1925 στην ίδρυση της «Γεωργικής Τράπεζας», με σκοπό την παροχή δανείων προς τους γεωργούς για να μπορέσουν να αποδεσμευτούν από τους τοκογλύφους που εξακολουθούσαν να υπάρχουν και να απομυζούν τους γεωργούς.
Εν τω μεταξύ, το 1923 είχε θεσπιστεί και ο νόμος που προέβλεπε την ίδρυση και λειτουργία συνεργατικών εταιρειών μη πιστωτικού χαρακτήρα. Στα πλαίσια αυτού του νόμου λειτούργησαν τα συνεργατικά παντοπωλεία και διάφορες άλλες συνεργατικές ενώσεις[2] . Αργότερα, το 1936, δημιουργήθηκε και το Τμήμα Συνεργατικής Ανάπτυξης. Με βάση τις σφαιρικές μελέτες, που πραγματοποιήθηκαν από λειτουργούς του Τμήματος, καθορίστηκε και η κυβερνητική συνεργατική πολιτική[3] . Με την ίδρυση της «Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας» το 1938, ολοκληρώθηκε και το συνεργατικό οικοδόμημα[4] .
Όλα τα τραπεζικά ιδρύματα εκείνης της περιόδου, που ήτανε πολλά και σε όλες τις επαρχίες του νησιού, είχαν αποτελέσει σημεία αναφοράς για τους εμπόρους, τους εργάτες και τους αγρότες, αλλά και για την αποικιοκρατική Διοίκηση που βήμα-βήμα έκτιζε τον κρατικό μηχανισμό. Ήταν σημεία συνένωσης κάθε οικονομικής δραστηριότητας· σημεία διαμεσολάβησης για οικονομικές δοσοληψίες· σημεία συγκέντρωσης χρήματος με αποταμιεύσεις και μετατροπής του σε κεφάλαιο δανεισμού. Με δυο λόγια, είχαν φέρει σε πέρας τις ρυθμιστικές διαδικασίες που απαιτούνταν για τη λειτουργία της αγοράς, και κατά συνέπεια του κτισίματος του καπιταλισμού στο νησί.
Στα χρόνια που ακολούθησαν την ίδρυση του Κυπριακού Κράτους το 1960, και στον βαθμό που οι τραπεζικές εργασίες αναπτύσσονταν και συγκεντρώνονταν σε λίγα ιδρύματα, οι τράπεζες μετεξελίσσονταν από μετριόφρονες μεσολαβητές σε μεγάλες επιχειρήσεις, που συγκέντρωναν σχεδόν όλο το χρηματικό κεφάλαιο του συνόλου των επιχειρήσεων και των μικρών νοικοκυραίων, καθώς επίσης κι ένα μεγάλο μέρος των μέσων παραγωγής και των πηγών πρώτων υλών. Αυτή η συγκέντρωση χρημάτων οδήγησε στην απόκτηση ερεισμάτων στην οικονομία και στην ανάπτυξη εντός των διοικήσεων των πιο μεγάλων τραπεζικών επιχειρήσεων ενός συνδυασμού συμφερόντων των ελιτίστικων στελεχών στην ιεραρχική πυραμίδα των διοικήσεών τους και του τραπεζικού ιδρύματος ως επιχείρησης.
Προς το τέλος της δεκαετίας του 1980 και αρχές της δεκαετίας του 1990, επί κυβέρνησης Γιώργου Βασιλείου, άρχισαν να συμβαίνουν αλλαγές στον προσανατολισμό της οικονομίας. Κι επειδή η σχέση οικονομίας και τραπεζικού συστήματος είναι αλληλεπιδραστική, οι αλλαγές επιφέραν αλλοιώσεις στην αντιμετώπιση των τραπεζών έναντι των πελατών τους. Επίσης, όλες αυτές οι αλλαγές άρχισαν να επιδέχονται τις επιδράσεις των εξελίξεων που λάμβαναν χώρα στην επικράτεια της τότε Σοβιετικής Ένωσης, της οποίας η διάλυσή της το 1991 λειτούργησε ως καταλύτης στις εξελίξεις σε όλο τον κόσμο, και σε πολιτικό και σε οικονομικό επίπεδο. Ως συνέπεια αυτού του γεγονότος, η ελληνοκυπριακή αστική τάξη πέρασε στην πολιτική και οικονομική ζωή ως ιδεολογικός οδοστρωτήρας, με αποτέλεσμα την άνοδο του Δημοκρατικού Συναγερμού στην εξουσία το 1993. Όλα τα όργανα της αστικής τάξης είχαν τότε αρχίσει να εκθειάζουν την ατομική πρωτοβουλία, να επιτίθενται στον δημόσιο τομέα και να προωθούν τη φιλελευθεροποίηση της οικονομίας και την ιδιωτικοποίηση των Ημικρατικών Οργανισμών. Μέσα σε εκείνη την πολιτική και ιδεολογική ατμόσφαιρα, η ελίτ των τραπεζών αξιοποίησε τα ερείσματα των τραπεζικών οργανισμών προς όφελος του δικού της πλουτισμού. Μαζί με την κυβερνώσα ηγεσία του ΔΗΣΥ έγιναν το δίδυμο που διαμόρφωνε το πλαίσιο λειτουργίας της οικονομίας και επιτάχυνε τη διαδικασία αποξένωσης των τραπεζών από την κοινωνία.
Η πρώτη τους επιτυχία καταγράφηκε με την αξιοποίηση του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου, που ως νομική οντότητα ιδρύθηκε με την ψήφιση δύο νόμων το 1993 και το 1995[5] . Στα τέσσερα περίπου χρόνια λειτουργίας του, το Χρηματιστήριο οδηγήθηκε στην πρώτη του κρίση. Σύμφωνα με τον Γενικό του Διευθυντή (2009), «κατά τη διάρκεια του 1999-2000, είχαμε ως γνωστό στην Κύπρο ζήσει όλοι μία πρωτόγνωρη κατάσταση με ένα ιδιαίτερα αυξημένο επενδυτικό ενδιαφέρον που οδήγησε σε έξαρση των χρηματιστηριακών συναλλαγών και των τιμών των εισηγμένων αξιών»[6] .
Ποιοι ήταν όμως οι βασικοί συντελεστές που οδήγησαν στη διαμόρφωση της πρωτόγνωρης εκείνης κατάστασης; «Αναλύοντας προσεκτικά την αύξηση του όγκου των συναλλαγών που σημειώθηκε το 1999, διαπιστώνεται ότι η εξέλιξη των πραγμάτων δεν ήταν φυσιολογική. Οι τιμές των μετοχών των περισσότερων εταιρειών, ιδιαίτερα των τραπεζών, ανήλθαν στα ύψη. Οι τιμές των μετοχών γενικά ήταν παραφουσκωμένες και η όλη κατάσταση έμοιαζε με φούσκα»[7] . Η πραγμάτωσή της οφείλεται κυρίως στην προερχόμενη από την πλευρά των τραπεζών και της κυβέρνησης παραπλανητική προπαγάνδα, με την οποία δημιούργησαν κλίμα ροής προς το Χρηματιστήριο και οδήγησαν την αξία των μετοχών στα ύψη. Όταν το παραφούσκωμα ωρίμασε, το δίδυμο ελίτ των τραπεζών και ηγεσίας του ΔΗΣΥ, που ήταν σε θέση να γνωρίζουν, έσκασαν τη φούσκα με αποτέλεσμα η μεγάλη πλειοψηφία να βρεθεί καταληστεμένη και η μικρή μειοψηφία να γίνει είτε πλούσια είτε πλουσιότερη.
Ο τρόπος με τον οποίο οι ιθύνοντες διαχειρίστηκαν την κατάσταση που τότε δημιουργήθηκε -οι τράπεζες απέφυγαν να πιέσουν τους πελάτες, στους οποίους παρείχαν δάνεια με υποθήκες και εγγυητές για να επενδύσουν στο Χρηματιστήριο- δείχνει έναν επαγγελματισμό που επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό ότι ήταν συνειδητή επιλογή τους να σύρουν τη μάζα των εργαζομένων στο Χρηματιστήριο. Αλλά η υποκρισία ολονών τους άρχισε να ξεδιπλώνεται όταν «το επενδυτικό κοινό άρχισε να χάνει την εμπιστοσύνη του, ενώ ταυτόχρονα, αργά αλλά σταθερά, διαμορφωνόταν μια πολύ αρνητική εντύπωση για το Χρηματιστήριο. Η κρίση αυτή διήρκεσε για μερικά χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων λήφθηκαν διάφορα μέτρα για την εκτόνωσή της… ήταν πολύ σοβαρή, επηρέασε όλα σχεδόν τα στρώματα του πληθυσμού και έδειχνε ότι θα είχε διάρκεια. Για τον λόγο αυτό ο Τύπος, τα κόμματα και οικονομικοί οργανισμοί άρχισαν να υποβάλλουν εισηγήσεις και να πιέζουν το κράτος να πάρει μέτρα για αντιμετώπιση της αρνητικής κατάστασης που επικρατούσε. Το θέμα του ΧΑΚ άρχισε να απασχολεί και τη Βουλή των Αντιπροσώπων, την κυβέρνηση, αλλά και το ίδιο το Χρηματιστήριο Κύπρου»[8] . Αλλά όλοι αυτοί -εξαιρουμένης της ηγεσίας του ΑΚΕΛ- είχαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο συνδράμει στο πάρτι που στήθηκε.
Όλα αυτά έγιναν μέσα στο διαμορφωμένο από τους ίδιους νομικό πλαίσιο που διασφάλιζε τις τράπεζες και τον κάθε κατεργάρη, αφήνοντας τα θύματά τους εκτεθειμένα. Ο χρηματιστής κατοχυρώθηκε νομικά «ως το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ασχολείται κατ’ επάγγελμα με την αγοραπωλησία κινητών αξιών για δικό του λογαριασμό ή για λογαριασμό άλλων και το οποίο δικαιούται, εφόσον ενεργεί για λογαριασμό άλλων, να έχει μεσιτικά δικαιώματα, σύμφωνα με όσα ορίζονται σε χρηματιστηριακούς κανονισμούς. Δεν επιτρέπεται η άσκηση εργασιών χρηματιστή από τράπεζες ή ασφαλιστικές εταιρείες, αλλά επιτρέπεται η άσκηση των εργασιών από θυγατρικές τους εταιρείες».[9} Με τη νομική αυτή υπόσταση στον καταμερισμό της δουλειάς και τον ρόλο που ο καθένας τους θα διαδραμάτιζε, έσπρωξαν ένα ακόμα βήμα παραπέρα την απομάκρυνση των τραπεζικών ιδρυμάτων από τη δανειακή χρηματοδότηση της ανάπτυξης της οικονομίας με ντόπια κεφάλαια. Αυτό τον ρόλο τον μεταβίβασαν με διάφορες νομοθεσίες στο Χρηματιστήριο, που σύμφωνα με τον Νώντα Κλ. Μεταξά (2010) συνιστά «τον βασικότερο μοχλό οικονομικής ανάπτυξης, αφού μέσω της αγοράς οι επιχειρήσεις αντλούν τα απαραίτητα κεφάλαια για ανάπτυξη και οι επενδυτές έχουν την ευκαιρία να τοποθετηθούν σε νέες επενδυτικές ευκαιρίες»[10] .
Για να εκπληρωθεί αυτός ο στόχος, έπρεπε να βγει το Χρηματιστήριο από την κρίση. Ο τρόπος που επέλεξαν να το κάνουν ήταν με περαιτέρω ανοίγματα προς τους ξένους επενδυτές και στην μετατροπή της Κύπρου σε περιφερειακό χρηματοοικονομικό κέντρο επενδύσεων και υπηρεσιών. Όπως και πάλι γράφει ο κ. Μεταξάς (2010), «για να επιτευχθεί ο κοινός στόχος όλων…, πέραν των θεωρητικών διακηρύξεων χρειάζεται να μετουσιωθούν σε πράξη τα αναγκαία αναπτυξιακά προγράμματα και θεσμοί, ώστε να μπορέσουμε ως Κύπρος να ελκύσουμε επενδύσεις από το εξωτερικό… Είναι ευρέως αποδεδειγμένο ότι για να καταφέρουμε ως χώρα να εξελιχθούμε σ’ ένα αξιόλογο χρηματοοικονομικό κέντρο, θα πρέπει η προσπάθεια αυτή να έχει ως βασικότατο σημείο αναφοράς της το Χρηματιστήριο»[11] . Κινούμενοι προς την επίτευξη αυτού του στόχου, κοίταξαν προς τους ολιγάρχες της Ρωσίας και της Ουκρανίας. Το Χρηματιστήριο, συνεχίζει ο κ. Μεταξάς, «στοχεύει σε μία ευρύτερη και στενότερη συνεργασία με τη ρωσική αγορά κινητών αξιών και με Ρώσους θεσμικούς επενδυτές και ιδιώτες επενδυτές… Το όραμα του ΧΑΚ είναι να λειτουργήσει ως μια περιφερειακή πύλη για τους επενδυτές στη Μέση Ανατολή, τα Βαλκάνια και τη Νότια και Ανατολική Ευρώπη… Στις ρωσικές επιχειρήσεις παρέχεται η ευκαιρία μέσω του ΧΑΚ να εισαγάγουν τους τίτλους τους στο Χρηματιστήριο, που μπορεί να διαπραγματεύονται μέσω Κυπριακών και Ελλαδικών μελών, και να τύχουν χειρισμού θεματοφυλακής μέσω διάφορων Διεθνών Θεματοφυλάκων που δραστηριοποιούνται εξ αποστάσεως στο ΧΑΚ, μέσω των γραφείων/παραρτημάτων τους στην Αθήνα».[12]
Πράγματι, αυτές οι προσπάθειες έδωσαν αποτελέσματα προς την κατεύθυνση της ανάκαμψης του Χρηματιστηρίου. Αλλά οδήγησαν και το τραπεζικό σύστημα στο σύνολό του σε ένα περιβάλλον με πολύ αυξημένους κινδύνους, προερχόμενους από ενδεχόμενη κρίση που θα ερχόταν από το εξωτερικό και που θα έπρεπε να θεωρείται αναπόφευκτη. Η δεύτερή τους αυτή επιτυχία αποκαλύφθηκε εξαιτίας των συνεπειών της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης που ξεκίνησε το 2008 με την κατάρρευση της αμερικάνικης επενδυτικής τράπεζας, της Lehman Brothers. Η κρίση επηρέασε τα τραπεζικά συστήματα των ΗΠΑ και των χωρών της Ευρώπης, αλλά λόγω του μεγέθους τους άντεξαν τις πιέσεις και η κρίση πήρε παρατεταμένο χαρακτήρα. Στην Κύπρο, οι δύο μεγαλύτερες τράπεζες, η «Τράπεζα Κύπρου» και η «Marfin Popular Bank» (πρώην «Λαϊκή Τράπεζα Κύπρου») είχαν βρεθεί αντιμέτωπες με την κατάρρευσή τους. Στην πραγματικότητα, η «Λαϊκή» ήταν ήδη πτωχευμένη, ενώ η «Τράπεζα Κύπρου» όδευε προς τα εκεί. Επειδή η επίσημη πτώχευση της «Λαϊκής» θα συμπαρέσερνε και την «Τράπεζα Κύπρου» και όλο το τραπεζικό σύστημα, οι κυβερνώντες αποφάσισαν να πάρουν μέτρα για διάσωση της «Τράπεζας Κύπρου». Με τις κατοπινές τους ενέργειες -για να αποσείσουν τις ευθύνες και να απαλλαγούν από τις δυσάρεστες συνέπειες των πράξεών τους- τροχοδρόμησαν μίαν κατάσταση όπου «η Κεντρική Τράπεζα, ως η μόνη τραπεζική αρχή επίλυσης τέτοιων θεμάτων στο εσωτερικό, εξέδωσε έναν αριθμό διαταγμάτων, δυνάμει των νομοθετικών της εξουσιών επί πιστωτικών και λοιπών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Τα εν λόγω διατάγματα διατάζουν interalia (inter alia=μεταξύ άλλων), «κούρεμα» των καταθέσεων (για ανασφάλιστες καταθέσεις στη Λαϊκή), πάγωμα καταθέσεων (για ανασφάλιστες καταθέσεις στην τράπεζα Κύπρου), καθώς και πώληση μέρους των δραστηριοτήτων των δύο τραπεζών»[13] .[*}
Οι ιθύνοντες δεν συμπεριέλαβαν σε αυτά τα μέτρα τη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα και τα συνεργατικά της πιστωτικά ιδρύματα. Αυτό οφειλόταν στα εκατοντάδες χιλιάδες μέλη αυτών των ιδρυμάτων που αποτελούσαν τη μεγάλη μάζα των νοικοκυριών της εργατικής τάξης και του αγροτικού πληθυσμού. Όχι γιατί γνοιάζονται για τούτα τα στρώματα του λαού, αλλά για να αποφύγουν τον ξεσηκωμό τους· διότι το «κούρεμα» των καταθέσεων στις δύο τράπεζες μπορεί να ήταν αναπάντεχο και να προκάλεσε ένα διαχειρίσιμο σοκ στην κοινωνία, αλλά αν ταυτοχρόνως το επέβαλλαν και στο Συνεργατικό κίνημα το πλήγμα στην οικονομία θα ήταν βαρύτατο και οι συνέπειες ανεξέλεγκτες. Παρόλα αυτά, φαίνεται πως η μοίρα του είχε στα μυαλά των κυβερνώντων προδιαγραφεί. Οι συνθήκες που διαμορφώθηκαν εξαιτίας της οικονομικής κρίσης ήταν οι πιο κατάλληλες για να υλοποιήσουν τον κρυφό τους πόθο· να διαλύσουν δηλαδή το Συνεργατικό κίνημα, όπως και έπραξαν, μέσα όμως από άλλους δρόμους. Φρόντισαν να γίνουν όλα στην ώρα τους και με τάξη. Έχοντας καταστήσει ιδιοκτήτη του Συνεργατισμού το κράτος, δηλαδή τον «εθνικοποίησαν», για λόγους που μόνο εκείνοι γνωρίζουν, τον Σεπτέμβρη του 2018 έκαναν τον Συνεργατισμό[14] «δώρο» στην «Ελληνική Τράπεζα», η οποία εξαγοράστηκε μέσα από τα Χρηματιστήρια Κύπρου και Αθηνών το 2025 και συγχωνεύτηκε με τον «Όμιλο Eurobank»[15} .
Σήμερα, όλα τα τραπεζικά ιδρύματα είναι όμιλοι που έχουν για βασικούς τους μετόχους τους διεθνείς θεσμικούς επενδυτές. Αφού οι ιθύνοντες φρόντισαν έτσι ώστε να θεοποιηθεί η ιδέα του θεσμικού επενδυτή και να λειτουργεί ως προσκυνητάρι για τους υποστηριχτές της καπιταλιστικής οικονομίας, οδήγησαν την πραγματική οικονομία στην παραοικονομία και στην οικονομία του χρηματιστηριακού τζόγου.
Δεν είναι υπερβολή να πούμε πως οι σημερινές τράπεζες αποτελούν προϊόν λεηλασίας των κόπων και του ιδρώτα της εργατικής τάξης, των μικρομεσαίων, των αγροτών και του κάθε καταπιεσμένου ανθρώπου· ότι είναι ένα σύστημα που εξακολουθεί να λεηλατεί τον κοινωνικό πλούτο, να αποξενώνεται ολοένα και περισσότερο από την κοινωνία και να πριονίζει τα θεμέλιά της. Ούτε θα είναι υπερβολή αν πούμε ότι το υπάρχον τραπεζικό σύστημα αποτελεί πλατφόρμα εξυπηρέτησης του ξένου κεφαλαίου.
Η αντιστροφή τούτης της κατάστασης μπορεί να γίνει μόνο με πολιτικές που θέτουν το τραπεζικό σύστημα στην υπηρεσία της κοινωνίας. Αλλά αυτό μπορεί να πραγματωθεί μόνο από τις δυνάμεις της εργατικής τάξης, σε συμμαχία με όλα τα κοινωνικά στρώματα πέραν της αστικής τάξης. Είναι λοιπόν καιρός να ανοίξει τούτη η συζήτηση μέσα στις γραμμές του εργατικού κινήματος και να διαχυθεί σε όλη την κοινωνία. Και αυτό είναι ένα από τα καθήκοντα των κομουνιστών.
Μιχάλης Δημοσθένους
25 Απριλίου, 2026
![]()
[*] Οι καταθέτες που επηρεάστηκαν από το «κούρεμα» και το πάγωμα των καταθέσεών τους καταχώρησαν προσφυγές στο Δικαστήριο. Οι προσφυγές κρίθηκαν από το Δικαστήριο ως απαράδεκτες και απορρίφθηκαν. Η απόφαση, που ήταν οριστική και πάρθηκε στην ολομέλεια του Ανώτατου Δικαστηρίου με πλειοψηφία 7-2, εκδόθηκε στις 7/6/2013.
![]()
[1] Ηρακλέους, Α. (2006). Συνεργατισμός 1909-2006 (Συνοπτική θεώρηση). Έκδοση Παγκύπριας Συνεργατικής Συνομοσπονδίας ΛΤΔ, Λευκωσία 2006, 68
[2] Στο ίδιο, 75-77
[3] Στο ίδιο, 79
[4] Στο ίδιο, 81
[5] ΧΑΚ (χ.χ). Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου – Προφίλ. Ανακτήθηκε στις 17/3/2026 από το https://www.cse.com.cy/el-GR/profile/
[6] Νώντας Κλ. Μεταξάς (2009). «Το ΧΑΚ, η κρίση και οι επενδυτές» στο «Το ΧΑΚ, η κρίση και οι επενδυτές στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου – Χθες, σήμερα και αύριο». Έκδοση: ΧΑΚ, Ιούνιος 2011, 22
[7] Polignosi (χ.χ). Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου – Η ανάπτυξη του και η κρίση του 2000. Ανακτήθηκε στις 16/3/2026 από το https://www.polignosi.com/cgibin/hweb?-A=13573&-V=limmata
[8] Στο ίδιο
[9] Polignosi (χ.χ). Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου - Η λειτουργία του Χρηματιστηρίου. Ανακτήθηκε στις 16/3/2026 από το https://www.polignosi.com/cgibin/hweb?-A=13572&-V=limmata
[10] Νώντας Κλ. Μεταξάς (2010). «ΧΑΚ: Ο ρόλος του για περαιτέρω οικονομική ανάπτυξη και για αντιμετώπιση των επιπτώσεων της υφιστάμενης οικονομικής κρίσης» στο «Το ΧΑΚ, η κρίση και οι επενδυτές στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου – Χθες, σήμερα και αύριο». Έκδοση: ΧΑΚ, Ιούνιος 2011, 25
[11] Στο ίδιο, 25-26
[12] Νώντας Κλ. Μεταξάς (2010). «Ομιλία του Γενικού Διευθυντή του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου (ΧΑΚ) κ. Νώντα Κλ. Μεταξά στο Επιχειρηματικό Φόρουμ «Κύπρος-Ένα Διεθνές Επιχειρηματικό Κέντρο»» στο «Το ΧΑΚ, η κρίση και οι επενδυτές στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου – Χθες, σήμερα και αύριο». Έκδοση: ΧΑΚ, Ιούνιος 2011, 42-43
[13] Πασχαλίδης, Α. (χ.χ.). Ιστορικό της προσπάθειας «bail-in» της Κύπρου. Ανακτήθηκε στις 25/3/2026 από το https://www.paschalides.com/el/articles/banking/44-general-banking-issues/236-bail-in
[14] Polignosi (χ.χ). Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα. Ανακτήθηκε στις 13/4/2026 από το https://www.polignosi.com/cgibin/hweb?-A=13506&-V=limmata
[15] «Όμιλος Eurobank» (χ.χ). Ιστορική διαδρομή του Ομίλου. Ανακτήθηκε στις 11/4/2026 από το https://www.eurobank.gr/el/omilos/poioi-eimaste/istoriki-diadromi


