marxoudi_web1ekfrasi_logolhs_logo

 

Η εισβολή του παρελθόντος στο παρόν

Οι 200 της Καισαριανής και «Οι Κυνηγοί» του Αγγελόπουλου

της Μερόπης Τσιμίλλη

Τις τελευταίες μέρες, με τη δημοσιοποίηση φωτογραφιών από την εκτέλεση των 200 της Καισαριανής, η ελληνική κοινωνία βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα παρελθόν που η εξουσία επιμελώς απέκρυβε ή παραποιούσε για πέραν από 80 χρόνια με την ανοχή-συνενοχή όσων βολικά την ανέχονταν.  Τα ΜΚΔ, καθώς και κάποια ΜΜΕ, έχουν πλημμυρίσει από αναρτήσεις και αναλύσεις, από ένα χείμαρρο ανάτασης και υπερηφάνειας. Από μια συσσωρευμένη αγανάκτηση και μαζί αντίσταση ενάντια στο δηλητηριώδες αφήγημα των ιδεολογικών απογόνων των δοσίλογων, των γερμανοτσολιάδων, των ταγματασφαλιτών, των μαυραγοριτών, των χιτών, των καταδοτών με τις μαύρες κουκούλες που επεκράτησε, ενάντια στο αφήγημα της άρχουσας τάξης του μετεμφυλιακού κράτους που προέκυψε από την ήττα του τότε παλλαϊκού κινήματος και καταδυνάστευσε την κοινωνία και την Ιστορία. Παράλληλα, παρακολουθούμε τις αντιδράσεις αυτών των απογόνων που αποκαλύπτουν τον φόβο τους τους απέναντι στην ιστορική αλήθεια που προσπαθούσαν για τόσες δεκαετίες να θάψουν, απέναντι στην αφύπνιση την οποία αντιλαμβάνονται -και ορθά αντιλαμβάνονται- ως απειλή.

Οι φωτογραφίες συνιστούν μια εισβολή του παρελθόντος στο παρόν, μια εισβολή της ιστορικής αλήθειας μέσα στο πλέγμα από τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα. Συνειρμικά, αυτό με παραπέμπει στην ταινία «Οι Κυνηγοί» του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Οι αντιστοιχίες είναι κραυγαλέες.

Στην ταινία «εισβάλλει» το πτώμα ενός αντάρτη του Εμφυλίου, το οποίο βρίσκουν παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 1977 μέσα στο χιόνι μια ομάδα κυνηγών – συμβολικά εκπρόσωπων της άρχουσας τάξης: ο εργολάβος, ο ξενοδόχος, ο βιομήχανος, ο πολιτικός, ο ακροδεξιός. Το πτώμα μοιάζει φρέσκο και αιμορραγεί, και ας έχουν περάσει δεκαετίες. Η αλληγορία είναι σαφής: Το πτώμα-σώμα λειτουργεί ως μια «ζωντανή» υπενθύμιση των πολιτικών εγκλημάτων και της κοινωνικής καταπίεσης που αποτέλεσαν τα θεμέλια του μεταπολεμικού καθεστώτος στην Ελλάδα. Συμβολίζει μια Ιστορία που δεν έχει ειπωθεί, μια πληγή που παραμένει ανοιχτή καθώς ποτέ δεν υπήρξε κάθαρση και που αιμάσσει θρέφοντας ένα όραμα που δολοφονήθηκε.

Όπως οι κυνηγοί τρομάζουν καθώς έρχονται αντιμέτωποι με το πτώμα-σώμα που, ενώ πίστευαν ότι εξαφανίστηκε, αυτό δεν αποσυντέθηκε τόσα χρόνια μετά, έτσι και η δεξιά και ακροδεξιά τρομάζει σήμερα με την αθάνατη ηθική υπεροχή των μελλοθάνατων στην Καισαριανή που τροφοδοτεί τη συλλογική μνήμη και ξαναζωντανεύει τα οράματα εκείνων που στάθηκαν ανάχωμα στον φασισμό και τον ναζισμό. Τρομάζει γιατί έρχεται αντιμέτωπη με την αδιαμφισβήτητη απόρριψη της θεωρίας των «δύο άκρων» που εξισώνει τα θύματα με τους θύτες, υπενθυμίζοντας ποιοι ήταν στην Αντίσταση και ποιοι την πρόδωσαν. Τρομάζει με την απόρριψη της «καραμέλας» της δεξιάς και ακροδεξιάς που νέμονταν το κράτος, πως οι κομμουνιστές ήταν ανθέλληνες, «εχθροί της πατρίδας» όπως κατηγόρησαν και καταδίκασαν σε θάνατο πολλούς αγωνιστές -ας θυμηθούμε και τον Μπελογιάννη. Η όποια επίσημη μέχρι τώρα αναφορά στους 200 της Καισαριανής τους αποκαλούσε απλά «Έλληνες πατριώτες». Τώρα αναγκάζονται να ακούνε από παντού πως ήταν κομμουνιστές, τους περισσότερους από τους οποίους, από τις φυλακές και τις εξορίες όπου τους είχαν έγκλειστους οι εθνικόφρονες της 4ης Αυγούστου, τους παρέδωσαν στους Ναζί καθώς, όπως είπαν οι φασίστες Μεταξάς και Μανιαδάκης, «Εμείς θέλουμε να πολεμήσουμε την Ιταλία, οι κομμουνιστές θέλουν να πολεμήσουν το φασισμό».

Οι Κυνηγοί στην ταινία του Αγγελόπουλου παίρνουν το πτώμα-σώμα και το μεταφέρουν στο ξενοδοχείο όπου μένουν, όπου και επιχειρούν να το «διαχειριστούν» αμφισβητώντας τη γνησιότητά του, έτσι όπως σήμερα οι ιδεολογικοί απόγονοί τους αμφισβητούν τη γνησιότητα των φωτογραφιών και επιχειρούν να υποβαθμίσουν τη σημασία τους. Στη (φιλική) παρουσία της αστυνομίας που καλούν (για τυπική προστασία), αρχίζει μια παρωδία δίκης, κατά την οποία ξεμπροστιάζονται οι νικητές του Εμφυλίου, αναγκαζόμενοι να ανασύρουν μνήμες και ενοχές, τις οποίες ως γλύφτες και ψοφοδεείς παραδέχονται, λεκτικά μόνο, έτοιμοι να ταπεινωθούν για να ξεμπερδεύουν με τη δίκη και να επιστρέψουν στην ασφαλή και επικερδή ρουτίνα τους. Δεν αισθάνονται μεταμέλεια, αλλά πανικό, και σπεύδουν να μεταφέρουν το σώμα-πτώμα εκεί που το βρήκαν, ελπίζοντας πως, σύντομα, το χιόνι θα το ξαναθάψει και όλα θα ξεχαστούν.

Η δικαίωση για τους ηττημένους δεν έρχεται στην ταινία. Όμως έρχεται η ελπίδα, λυρική, ατόφια, συγκλονιστική, ακόμα και θριαμβευτική. Είναι οι βάρκες, μια ατέλειωτη σειρά από βάρκες που εμφανίζονται μέσα στην ομίχλη, με κόκκινες σημαίες και με το τραγούδι «Της αγάπης αίματα με πορφύρωσαν, και χαρές ανείδωτες με σκιάσανε…».

Είναι οι βάρκες που μεταφέρουν τη συλλογική μνήμη και, παράλληλα, καλούν για συλλογική ευθύνη για δικαίωση, για να μην ξανακλείσουν τα στόματα που άνοιξαν. Να μην ξαναθαφτεί η Ιστορία. 

Είναι οι βάρκες με τις κόκκινες σημαίες που τους στοιχειώνουν.

Είναι οι βάρκες με τις κόκκινες σημαίες που μας εμπνέουν. 

 

Μερόπη Τσιλίλλη

25 Φεβρουαρίου 2026