marxoudi_web1ekfrasi_logolhs_logo

 

Ο πόλεμος ως οικοκτονία: το περιβαλλοντικό και κοινωνικό του αποτύπωμα

του Γιάννη Μανέτα*

Ο όρος οικοκτονία έγινε γνωστός το 1972 από τον Olaf Palme σε συνέλευση του ΟΗΕ για το περιβάλλον. Ο Palme κατηγόρησε για οικοκτονία τις ΗΠΑ στον πόλεμο του Βιετνάμ. Ήταν μία εποχή που κάποιοι ηγέτες τολμούσαν να εναντιωθούν στα πράγματα. Πρέπει να επαναφέρουμε τον όρο σήμερα περισσότερο από ποτέ. Η οικοκτονία, τόσο σε καιρό ειρήνης όσο και σε καιρό πολέμου αποτελεί έγκλημα κατά της ανθρωπότητας και του σπιτιού όλων των όντων, της Γαίας.

 Ωστόσο, αισθάνομαι ότι πρέπει κάπως να απολογηθώ για το πρώτο μέρος του υπότιτλου, σε σχέση με την τρέχουσα επικαιρότητα. Νιώθω ότι στις μέρες μας αποτελεί Ύβρη πολυτελείας να συζητάμε για το περιβαλλοντικό αποτύπωμα του πολέμου, τη στιγμή που στις τρέχουσες συρράξεις σκοτώνονται κυρίως άμαχοι και παιδιά. Είναι χαρακτηριστικό τόσο στον προηγούμενο αιώνα, όσο και στον 21ο, ότι τα ποσοστά των απωλειών στους αμάχους αυξάνονται ραγδαία. Με αποκορύφωμα τη Γάζα. Για να καταπραΰνω λοιπόν το αμάρτημά μου πρόσθεσα στον τίτλο και το απείρως φρικτότερο κοινωνικό αποτύπωμα του πολέμου, που θα συζητήσουμε αργότερα.

Ωστόσο χρήσιμο είναι να ξέρουμε και πόσο ο πόλεμος επιβαρύνει το περιβάλλον και συνεισφέρει στην κλιματική κρίση.

Ας δούμε όμως πρώτα την γενική εικόνα κάνοντας μερικές διαπιστώσεις.

Πρώτον, ο πλανήτης, η ζωή και η ανθρωπότητα, από τότε που υπάρχουν, έχουν υποστεί άπειρες περιβαλλοντικές κρίσεις από αστρονομικά, πλανητικά και γεωλογικά αίτια.

Δεύτερον, η περιβαλλοντική καταστροφή είναι γρήγορη και γίνεται ανεξέλεγκτη από τη στιγμή που ξεπεραστούν κάποια όρια ισορροπίας. Αντίθετα, η αποκατάσταση των περιβαλλοντικών πραγμάτων είναι εξαιρετικά αργή.

Τρίτον, οι πιο ευάλωτοι στις περιβαλλοντικές κρίσεις οργανισμοί είναι οι λιγότερο αυτάρκεις, οι περισσότερο πολύπλοκοι και αυτοί που απαιτούν περισσότερους περιβαλλοντικούς πόρους. Το βιολογικό είδος με το όνομα Homo sapiens απαιτεί τα πάντα και οι κοινωνίες του είναι εξαιρετικά περίπλοκες.

Τέταρτη διαπίστωση. Σε αντίθεση με τις προηγούμενες, η τρέχουσα κρίση είναι ανθρωπογενής και αφορά την υπερθέρμανση, τη ρύπανση, την κατασπατάληση των πόρων και την μαζική εξαφάνιση άλλων οργανισμών. Η αποδοχή ωστόσο ότι είναι ανθρωπογενής, συνεπάγεται και την ανάγκη για ανθρώπινη αποτρεπτική δράση, ατομική και συλλογική, η οποία, εκτός των άλλων, απαιτεί και την ανάπτυξη περιβαλλοντικής συνείδησης.

Ένα πρώτο ερώτημα που μπορεί να τεθεί εδώ είναι από ποιον απαιτούμε περιβαλλοντική συνείδηση, από τον πολίτη ή από την εξουσία; Είναι και αυτό θέμα ατομικής ευθύνης ή των κυβερνήσεων; Εύλογο να θεωρήσουμε πώς είναι θέμα και των δύο. Ποιων όμως πολιτών και ποιων κυβερνήσεων, καθόσον δεν ρυπαίνουν όλοι το ίδιο. Πώς μπορεί να αναπτυχθεί ‘’συνείδηση’’ για κάτι, για οτιδήποτε και οσοδήποτε σημαντικό αν δεν αναζητηθεί μία λύση που να λαμβάνει υπ’ όψιν της τις υπάρχουσες ανισότητες και τη δικαιοσύνη;

Νομίζω ωστόσο ότι η ανάπτυξη περιβαλλοντικής συνείδησης τόσο στον μέσο πολίτη όσο και στην εξουσία συναντά σήμερα δυσκολίες, τις οποίες θα προσπαθήσω να κάνω σαφείς θέτοντας μερικά ερωτήματα: 

Ας πάμε όμως να δούμε πόσο συμβάλει στην περιβαλλοντική κρίση ο πόλεμος. Μία περιήγηση στη βιβλιογραφία αποβαίνει απογοητευτική, καθώς όλες οι άλλες διεργασίες που συμβάλλουν, μείζονες και ελάσσονες, εξετάζονται με αρκετή λεπτομέρεια, εκτός από τον πόλεμο. Αυτοί που επιχειρούν να υπολογίσουν και τη συμβολή του πολέμου δυσκολεύονται προσπαθώντας να ξεπεράσουν τα εμπόδια που θέτει το ίδιο το σύστημα και η υποκρισία του. Για παράδειγμα, ενώ στη σύσκεψη του Κυότο το 1997 αποφασίστηκε η καταγραφή από τις συμβαλλόμενες χώρες των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου, εξαιρέθηκαν τα Υπουργεία Άμυνας και οι δραστηριότητες που έχουν σχέση με τη λεγόμενη ασφάλεια. Στην επόμενη σύνοδο των Παρισίων το 2016, μετά από κάποιες φωνές διαμαρτυρίας, προστέθηκαν και αυτά, αλλά προαιρετικά. Όποιος ήθελε. Αλλά και γι αυτούς που θέλησαν υπάρχει πάντοτε το ερώτημα της ειλικρίνειας, καθώς τα θέματα ασφαλείας καλύπτονται από το απόρρητο.

Έτσι, όχι μόνο στην επιστημονική κοινότητα, αλλά και στο δημόσιο λόγο, ενώ συζητάμε την κάθε πηγή ρύπανσης και την κάθε δραστηριότητα που υπερθερμαίνει τον πλανήτη, ακόμη και τις πιο ασήμαντες, ξεχνάμε τον πόλεμο. Σκαλίζοντας την επιστημονική βιβλιογραφία, βρήκα ελάχιστες σχετικές μελέτες που προσπαθούν, χωρίς πολλά στοιχεία, να υπολογίσουν τη συνεισφορά του πολέμου και των στρατιωτικών δραστηριοτήτων στην υπερθέρμανση. Σε μία τέτοια μελέτη του 2022, πριν αρχίσει ο πόλεμος στην Ουκρανία και τη Γάζα, υπολόγισαν πολύ συντηρητικά ότι το 5,5% της θερμοκρασιακής ανόδου οφείλεται σε στρατιωτικές δραστηριότητες. Ποιες από όλες; Στον πόλεμο καθεαυτό, στα γυμνάσια και την τροφοδοσία των στρατευμάτων. Έμαθα εκεί ότι ο αριθμός των μαχητικών αεροπλάνων είναι 2,4 φορές μεγαλύτερος από των εμπορικών, παγκοσμίως. Ότι το ανθρακικό αποτύπωμα του κατ’ ευφημισμόν Υπουργείου Άμυνας των ΗΠΑ είναι μεγαλύτερο από το αντίστοιχο συνολικό χωρών όπως η Ρουμανία. Ότι τα logistics της τροφοδοσίας των 800 ανά τον κόσμο αμερικανικών βάσεων συνεισφέρουν σε καιρό ειρήνης στην υπερθέρμανση περισσότερο από όσο όλες οι δραστηριότητες στην Πορτογαλία.

Είναι όμως πολύ το 5,5%; Εκ πρώτης όψεως φαίνεται λίγο, αντιστοιχώντας στους 0,1ο C εκ των 1,5ο C, που είναι η διαφορά της μέσης θερμοκρασίας του πλανήτη σήμερα, σε σχέση με την προβιομηχανική εποχή. Αυτό είναι όμως μικρό μέρος της συνολικής εικόνας. Οι συντάκτες της μελέτης εξηγούν τι δεν μετρήθηκε, τι δεν συμπεριλήφθηκε ώστε να εξαχθεί σωστά το συνολικό ανθρακικό αποτύπωμα:

Όλα αυτά σημαίνουν ότι το περιβαλλοντικό κόστος του πολέμου είναι πολύ μεγαλύτερο και, προφανώς, επεκτείνεται πολύ μετά τη λήξη του.

Τι αντιπροσωπεύουν αυτά τα επιπρόσθετα κόστη;

Μία ομάδα Ουκρανών ακαδημαϊκών προσπάθησε να τα υπολογίσει με βάση τις καταστροφές τους πρώτους 7 μήνες του πολέμου. Κατέληξε σε ένα νούμερο μερικών εκατομμυρίων τόνων ισοδυνάμων διοξειδίου του άνθρακα, ωστόσο σημασία έχουν τα επί μέρους ποσοστά και όχι οι απόλυτες τιμές. Μόνο το 10% αντιστοιχούσε στις άμεσες εκπομπές του πολέμου καθεαυτού (τανκς, αεροπλάνα, πύραυλοι, πυρομαχικά, τροφοδοσία). Το κόστος για την αποκατάσταση των κατεστραμμένων υποδομών και κτιρίων υπολογίστηκε ως πενταπλάσιο. Το κόστος από την καταστροφή δασών και καλλιεργειών 2,5 φορές μεγαλύτερο. Και, εξ ίσου εντυπωσιακό, το κόστος από την ανατίναξη του Nordstream που τροφοδοτούσε με ρωσικό φυσικό αέριο τη Γερμανία 1,5 φορές μεγαλύτερο, λόγω της έκλυσης στην ατμόσφαιρα του πολύ πιο επιδραστικού μεθανίου. Με όλη την αβεβαιότητα που έχουν πάντοτε αυτοί οι υπολογισμοί, είναι φανερό ότι το 5,5% αποτελεί μία συντηρητικότατη προσέγγιση. Οι συγγραφείς της μελέτης δεν υπολόγισαν το κόστος της μετανάστευσης και της περίθαλψης τραυματιών.

Ας δούμε τώρα με μερικά παραδείγματα το υπόλοιπο περιβαλλοντικό κόστος του πολέμου, πέραν αυτού της υπερθέρμανσης. Το γνωρίζουμε ήδη από τους προηγούμενους πολέμους.

Ας περάσουμε τώρα σε αυτό που ονόμασα κοινωνικό κόστος του πολέμου.

Ο πόλεμος είναι κάτι που κανείς φυσιολογικός πολίτης δεν θέλει, αλλά γίνεται. Ο πόλεμος κηρύσσεται συνήθως από τους δυνατούς, ή αυτούς που νομίζουν πως είναι δυνατοί, εναντίον των αδυνάμων. Κηρύσσεται από κυβερνήτες, που ‘’μετρούν την ανθρώπινη πραμάτεια τους’’, όπως λέει ο ποιητής.

Το πιο οδυνηρό από τα κοινωνικά αποτυπώματα του πολέμου είναι τα ανθρώπινα θύματα. Που, συνήθως, δεν είναι αυτοί που τον κηρύσσουν, ούτε αυτοί που κερδίζουν από την διεξαγωγή του.

Ο πόλεμος είναι η μόνη κατάσταση που επιτρέπει τον φόνο. Ωστόσο ένα συστατικό της ανθρώπινης φύσης είναι η απέχθεια απέναντι στον φόνο. Το παρατήρησαν από παλιά οι ψυχολόγοι του στρατού, καθώς δεν μπορούσαν να καταλάβουν τη συμπεριφορά και τη μικρή φονική αποτελεσματικότητα των στρατιωτών. Γιατί λιποτακτούν σε πείσμα των ποινών και του πατριωτικού στιγματισμού; Γιατί στις μάχες οι στρατιώτες βαράνε στο γάμο του Καραγκιόζη και χρειάζονται 50.000 σφαίρες για να σκοτωθεί ένας εχθρός, ενώ στα γυμνάσια πετυχαίνουν κέντρο και στην πολιτική ζωή χτυπούν με τη μία κινούμενο αγριογούρουνο στα 100 μέτρα; Έτσι στον εικοστό αιώνα αποφάσισαν να αλλάξουν την εκπαίδευση: η προπαγάνδα τώρα λέει ότι ο εχθρός δεν είναι κανονικός άνθρωπος, αλλά κάτι βρωμερό, αρουραίος, ποντικός, κατσαρίδα, κάτι μεταξύ ζώου και ανθρώπου, ένα σιχαμερό όν που δεν αξίζει να ζει. Η τακτική πήρε το τεχνικό όνομα ‘’αποανθρωποποίηση του εχθρού’’. Ένα εμβόλιο κατά της έμφυτης απέχθειας στο φόνο. Δεν πέτυχε σε όλους το εμβόλιο, και σε πολλούς από αυτούς που πέτυχε και σκότωσαν είχε βραχυπρόθεσμη δράση. Οι βετεράνοι των σύγχρονων πολέμων πάσχουν σε μεγάλο ποσοστό από το λεγόμενο αγχωτικό μετατραυματικό σύνδρομο, μία σοβαρή ψυχοσωματική διαταραχή που, όπως έδειξαν μελέτες με τους βετεράνους του Βιετνάμ, μειώνει το προσδόκιμο επιβίωσης κατά 6 χρόνια. Και καθώς θα μιλήσουμε αργότερα για τον πόλεμο στη Γάζα, μέσα στους πρώτους 4 μήνες απολύθηκαν μετά από ψυχολογικά τεστ 860 στρατιώτες του Ισραήλ. Ίσως και να ήταν αυτοί που δεν ήταν διατεθειμένοι να σκοτώσουν γυναίκες και παιδιά.

Μέσα όμως στην ανθρώπινη ποικιλομορφία υπάρχουν και οι φαινότυποι που πείθονται να σκοτώσουν ‘’επειδή τους διέταξε η εξουσία’’. Το ανέλυσε καίρια η Hannah Arendt παρακολουθώντας τη δίκη του Eichmann, διοικητή του Άουσβιτς. Ενός κατά τα άλλα καλού οικογενειάρχη, που αγαπούσε τα παιδιά του, τη μουσική και τη λογοτεχνία, αλλά που εξολόθρευσε μερικά εκατομμύρια κρατουμένων, επειδή ‘’υπάκουσε στους ανωτέρους του’’. Η Arendt έδωσε στο φαινόμενο την τεχνική ονομασία ‘’η κοινοτοπία του κακού’’. Δεν αφορά τους ανθρώπους αλλά τα ‘’ανθρωπάκια’’.

Ο πόλεμος όμως σκοτώνει και στα μετόπισθεν. Μελέτες έχουν δείξει ότι η ατομική βία αυξάνεται και εκεί που δεν φτάνουν οι βόμβες. Και αυτό αφορά και την μεταπολεμική περίοδο. Και, ίσως όχι και τόσο παράδοξο, η αύξηση της βίας είναι μεγαλύτερη στα κράτη των νικητών.

Ο επιθετικός πόλεμος λοιπόν επιλέγει αρνητικούς χαρακτήρες και τους δίνει χώρο δράσης. Τους πιο επιρρεπείς στη βία και τους πιο πειθήνιους. Τονίζω το επιθετικός πόλεμος, διότι οι επαναστάσεις και η αντίσταση επιλέγουν τους αντίθετους χαρακτήρες. Δεν γίνονται με άτυχους κληρωτούς ή μισθοφόρους αλλά με εθελοντές.

Όσα θα αναφέρω στη συνέχεια αφορούν το άμεσο και έμμεσο κόστος σε ανθρώπινες ζωές στην Ουκρανία και τη Γάζα. Θα ήταν ανιαρό αν για κάθε ξεχωριστό δεδομένο προσδιόριζα και την πηγή. Στις μέρες μας ωστόσο κανείς πρέπει να αποδεικνύει ότι δεν είναι ελέφαντας, έστω και αν δεν έχει προβοσκίδα. Λέω λοιπόν εξ αρχής ότι στηρίχτηκα σε δημοσιεύματα επιστημονικών περιοδικών, σε δεδομένα από το ερευνητικό πρόγραμμα The Cost of War του Πανεπιστημίου Brown στο Rhode Island, στο πρόγραμμα ‘’Δεδομένα για τις Συρράξεις’’ του Πανεπιστημίου της Ουψάλα και σε κείμενα του ΟΗΕ, του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ), του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας (FAO), της Διεθνούς Αμνηστίας, των Γιατρών Χωρίς Σύνορα και της οργάνωσης OXFAM. Τα τελευταία μπορεί κανείς να τα βρει εύκολα στο διαδίκτυο.

Το κατά προσέγγιση κόστος του πολέμου σε νεκρούς και από τις δύο πλευρές στην Ουκρανία για τα τρία χρόνια του πολέμου ανέρχεται σε 300.000 νεκρούς, εκ των οποίων οι 12.500 (4,2%) είναι άμαχοι. Αν σε αυτούς προστεθούν και οι καθ’ υπολογισμό νεκροί από τις έμμεσες συνέπειες της σύρραξης (για τις οποίες θα μιλήσουμε αργότερα), ο αριθμός αναμένεται να ανέλθει στους 1.200.000, ή στο 0.7% του συνολικού πληθυσμού των δύο κρατών. Με την προϋπόθεση ότι ο πόλεμος θα λήξει τώρα.

Όσον αφορά τη Γάζα, θα περιοριστώ σε δύο από τα πολλά άρθρα που έχουν δημοσιευτεί σε ένα από τα κορυφαία ιατρικά περιοδικά, το The Lancet. Στο πρώτο, (καλοκαίρι του 2024), οι συγγραφείς στηριζόμενοι στις καταγραφές του Υπουργείου Υγείας της Γάζας (που θεωρούνται αξιόπιστες από τον ΟΗΕ και τον ΠΟΥ) ανέφεραν ότι τότε, δηλαδή μετά από 7 μήνες πολέμου, οι επίσημες καταγεγραμμένες απώλειες ήταν 37.000 θύματα, τα περισσότερα γυναίκες και παιδιά, πολλά χωρίς τη δυνατότητα αναγνώρισης. Δεν συμπεριλαμβάνονταν οι αγνοούμενοι. Δεδομένων των δυσκολιών διαπίστωσης της τύχης των αγνοουμένων και του γεγονότος ότι τότε το 35% των κτιρίων ήταν κατεστραμμένα, οι συγγραφείς έκαναν τον επί πλέον υπολογισμό ότι 10.000 ακόμη θύματα θα πρέπει να ήταν θαμμένα κάτω από τα ερείπια. Ωστόσο ο πόλεμος, όπως είπαμε, δεν σκοτώνει μόνο με τις βόμβες, και δεν σκοτώνει μόνο στη διάρκειά του αλλά και μετά τη λήξη του. Από την ανέχεια, τους λιμούς, τους λοιμούς και την κατάρρευση των υποδομών. Κάνοντας χρήση της βιβλιογραφίας, οι συγγραφείς ανέφεραν ότι οι μεταπολεμικές μεσοπρόθεσμες απώλειες, ανάλογα με τη μορφή και τη διάρκεια της σύρραξης και την προσφερόμενη (ή μη προσφερόμενη) έξωθεν βοήθεια, είναι 3-15 φορές μεγαλύτερες. Αποδεχόμενοι μία συντηρητική προσέγγιση τετραπλάσιου, τελικά, αριθμού μεταπολεμικών θυμάτων, υπολόγισαν ότι αν ο πόλεμος τελείωνε εκείνη την ημέρα, μεσοπρόθεσμα το 8,5% του πληθυσμού της Γάζας θα είχε εξολοθρευθεί.

Η δεύτερη εργασία δημοσιεύτηκε τον Γενάρη του 2025 και αφορούσε το ίδιο χρονικό διάστημα, δηλ. μέχρι το καλοκαίρι του 2024. Την υπέγραφαν ερευνητές από το Cambridge, το Yale, την Σχολή Υγείας του Λονδίνου και το Πανεπιστήμιο του Ναγκασάκι. Χρησιμοποιώντας στοιχεία από επιπρόσθετες πηγές (π.χ. αγγελτήρια θανάτου και νεκρολογίες) και διασταυρώνοντας με τα ονόματα θυμάτων που κατέγραψε το υπουργείο Υγείας της Γάζας κατέληξαν ότι το τελευταίο υποτιμά τον αριθμό των νεκρών από τον πόλεμο καθεαυτό κατά 41%. Προσθέτοντας και έναν εύλογο ποσοστό νεκρών από τους αγνοούμενους καταλήγουμε στους 64.000 νεκρούς. Αν σε αυτούς εφαρμοστεί ο συντηρητικότατος παράγοντας 4Χ για τις μεσοπρόθεσμες μεταπολεμικές συνέπειες, προκύπτει ότι αν ο πόλεμος σταματούσε τότε, το 12,3% του πληθυσμού θα είχε εξολοθρευτεί. Αν κάνουμε τον ίδιο υπολογισμό για σήμερα, το ποσοστό ανεβαίνει στο 20,4%. Και ο πόλεμος συνεχίζεται.

Το 30% των νεκρών από τον πόλεμο καθεαυτό είναι παιδιά, το 30% γυναίκες και το 10% γερόντια. Το 30% είναι άνδρες και προφανώς λίγοι από αυτούς είναι ένοπλοι. Κατά συνέπεια, τουλάχιστον το 90% των άμεσων θυμάτων είναι άμαχοι.

Ποιο είναι το όριο στη γενοκτονία και την εθνοκάθαρση;

Για λόγους σύγκρισης, οι δηλωμένες απώλειες από την πλευρά του Ισραήλ είναι εκατό φορές μικρότερες, συμπεριλαμβανομένης και της αναλογίας των θυμάτων μεταξύ των αμάχων.

Αλλά ας δούμε τώρα και τις λεγόμενες παράπλευρες απώλειες του πολέμου, όπως έχουν μέχρι σήμερα καταγραφεί από τους ανεξάρτητους Διεθνείς Οργανισμούς. Και για να κατανοήσουμε το μέγεθος των πραγμάτων, μας διευκολύνει μία σύμπτωση. Η Γάζα έχει έκταση 365 km2, συμπτωματικά όσο και ο Δήμος Χανίων (356 km2). Σας υπενθυμίζω ότι ο Δήμος σας περιλαμβάνει την πόλη των Χανίων καθ’ εαυτή, το Ακρωτήρι, τον Ελευθέριο Βενιζέλο, τις Κεραμιές, τη Σούδα, τη Νέα Κυδωνία και το Θέρισο. Επί πλέον, ο Δήμος σας έχει πληθυσμό 110.000 κατοίκους, αλλά η Γάζα 2.100.000, δηλαδή εικοσαπλάσιο. Φανταστείτε λοιπόν, Χανιώτες και Χανιώτισσες, ότι τα προηγούμενα και τα παρακάτω συμβαίνουν εδώ, χωρίς μάλιστα να έχετε τη δυνατότητα να δραπετεύσετε.

Μέχρι σήμερα λοιπόν στη Γάζα

Υπολογίστηκε ότι αν ο πόλεμος τελειώσει τώρα, η αποκατάσταση του περιβαλλοντικού τραύματος θα χρειαστεί 15 χρόνια. Τόσο θα πρέπει να περιμένει η Ριβιέρα της Μέσης Ανατολής που ονειρεύεται ο πρόεδρος Trump.

Συνηθίζουμε να ονομάζουμε πόλεμο αυτό που γίνεται στη Γάζα. Δεν είναι. Πρόκειται για γενοκτονία και εθνοκάθαρση.

Τελειώνοντας, θέλω να ζητήσω συγνώμη αν σας μαύρισα την ψυχή. Ο μόνος καλός οιωνός είναι ότι ο μέσος πολίτης δεν συμφωνεί και δεν συμβιβάζεται με όλα αυτά, έστω και αν νιώθει απελπισμένος και αδύναμος να τα σταματήσει. Δεν ξέρω αν μπορεί να αποτελέσει μία αισιόδοξη νότα, αλλά θα καταφύγω και πάλι στον ποιητή. Ο Ελύτης στο ‘’Προφητικόν’’ μιλά για τους Κυβερνήτες που κηρύσσουν πολέμους ‘’μετρώντας την ανθρώπινη πραμάτεια τους’’, για τους δοξασμένους νικητές που ‘’θα ζουν στην οσμή των πτωμάτων’’ και καλεί τον ποιητή να πάρει θέση. Λέει:

- ἐξόριστε Ποιητή, στν αώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;

Και αυτός, ως προφητεία δικαίωσης και προοπτική ελπίδας, απαντά:

- Βλέπω τος Στρατοδίκες ν κανε σν κεριά, στ μεγάλο τραπέζι τς ναστάσεως.

- Βλέπω τος Χωροφυλάκους ν προσφέρουν τ αμα τους, θυσία στην καθαρότητα τν ορανν.

- Βλέπω τ διαρκ πανάσταση φυτν κα λουλουδιν.

- Βλέπω τς κανονιοφόρους το ρωτα.   

 1Το άρθρο αυτό βασίστηκε σε ομιλία του συγγραφέα στο φετινό Φεστιβάλ Βιβλίου των Χανίων.

Βιβλιογραφία


*Ο Γιάννης Μανέτας είναι ομότιμος καθηγητής Βιολογίας στο Πανεπιστήμιο Πατρών και συγγραφέας. Βιβλία του στην κατηγορία της επιστημονικής εκλαΐκευσης έχουν εκδοθεί από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης και τις εκδόσεις Διόπτρα. Έχει επίσης εκδώσει δύο πανεπιστημιακά μυθιστορήματα (εκδόσεις Αιώρα και Κέδρος).