marxoudi_web1ekfrasi_logolhs_logo

 

Τί θα πει φως;

Θα ήταν πριν καμιά τριανταριά χρόνια, όταν κάθισα τρεις ολόκληρες ώρες δίπλα από το μνήμα του Καζαντζάκη για πρώτη φορά. Κρατούσα στα χέρια μου αυτό τον σπόρο που έριξε στη λάσπη μας ο Νίκος, την «Ασκητική». Δεν ψιθύριζα, όπως συνηθίζω όταν διαβάζω μόνος… ήθελα να φτάσει η φωνή μου μέχρι τα οστά του και να τα τρίξει.  Πήγαινα μπροστά-πίσω τα κεφάλαια κι όταν έβρισκα μαργαριτάρια φώναζα: «Νίκοοοο, ακούς; Τί θα πει νά ‘σαι ανήσυχος, αφχαρίστητος, απροσάρμοστος πάντα. Πως συντρίβεις μια συνήθεια όταν έχει καταντήσει βολική;» Ξέρω πως ήταν χαζό, μα το έκανα.  

Άρχισε να σουρουπώνει και τα σύννεφα είχαν μαζευτεί, μα δεν τα πρόσεξα. Ήθελα να βγει από το μνήμα και να μου ξεμπλέξει το κουβάρι. Άκουσα την βροχή να πλησιάζει τρεχάτη και η πρώτη μεγάλη σταγόνα έπεσε φαρδιά-πλατιά πάνω στην ανοιχτή σελίδα, ακριβώς εκεί που έγραφε… «Τί θα πει φως;»… και ξαφνικά μια διπλή αστραπή τράνταξε όλο το Ηράκλειο κι άνοιξαν οι ουρανοί. Δεν πρόλαβα να σηκωθώ κι είχα γίνει μούσκεμα και η μόνη μου σκέψη ήταν να διασώσω το βιβλίο. Αδύνατον. Κοίταξα ψηλά τον κατάμαυρο ουρανό. Οι αστραπές σαν γυμνά ηλεκτροφόρα καλώδια φόρτιζαν το σύμπαν με τις φωνές της ράτσας. «Μια αστραπή η ζωή μας… μα προλαβαίνουμε». Δεν ξέρω αν ξέσπασα σε γέλια ή σε λυγμούς ή αν συγκεράστηκαν μαζί όλες οι όψεις της ψυχής μου. Δεν είχα αποφασίσει αν ζούσα ένα δράμα, μια κωμωδία ή μια μεταφυσική στιγμή. Να ορκιστώ δεν μπορώ, μα προς στιγμή, στο φως μιας αστραπής, ο Δίας από το Γιούχτα φάνηκε να γελά ειρωνικά. Δεν ερμήνευσα, δεν καλύφθηκα, συνέχισα να ψελλίζω από εκεί που κοντοστάθηκε η σταγόνα... «Τί θα πει φως;… Να κοιτάς… με αθόλωτο μάτι… όλα… τα σκοτάδια».

Έτσι γνωριστήκαμε πρώτη φορά με τον Νίκο… μέσα στον τρόμο μιας καταιγίδας. Πάνω στον προμαχώνα Μαρτινέγκο, για πρώτη φορά το φως μετουσιώθηκε σε εσωτερικό εργαλείο, που μπορούσα να το διαθλάσω από το κάτοπτρο της καρδιάς. Δεν υπάρχει σκοτάδι, παρά μονάχα η απουσία του φωτός. Ο φόβος θα είναι πάντα παρόν να σπρώχνει την ανθρωπότητα μέσα σε σκοτεινές στοές κι η μόνη παλαίστρα που μπορούμε να τον αντιμετωπίσουμε, είναι η ψυχή μας. Να γίνει το μάτι μας αθόλωτο και το βλέμμα μας να φέρνει τρόμο στο σκοτάδι. Να ανοίγεις το πρωί την ξώπορτα και στο άκουσμα των βημάτων σου να τρέχει ο φόβος να κρυφτεί. Να περνάς το κατώφλι και να σκορπά το σκοτάδι στους πέντε ανέμους. Στο άκουσμα της φωνής σου, οι άπληστοι, οι εκμεταλλευτές, οι απατεώνες, οι ψεύτες, οι κλέφτες, οι φονιάδες, οι πολιτικάντηδες, οι δεσποτάδες να τρέμουν… όχι εσένα… το φως που αναβλύζει από την αθόλωτη ματιά σου.

Μην φοβάσαι να περπατήσεις με παρρησία το κάθε σου βήμα πάνω στη γη. Τρέμουν τα σκοτάδια την ελευθερία σου, γιατί αυτή είναι το φως! Όσο περισσότερη ελευθερία διεκδικείς, τόσο μεγαλώνει το φως μέσα σου και γεννοβολά αστραπές η ματιά σου. «Μην ζυγιάζεις, μην μετράς, μην βολεύεσαι! Ακολούθα το βαθύ σου χτυποκάρδι». Δεν έχει νόημα αν η θεωρεία δεν πάρει τη μορφή πράξης και όλα όσα είσαι και έχεις μένουν για πάντα σε κάποιο αύριο που δεν έρχεται ποτέ. Μπροστά σε κάθε μορφή καταπίεσης, η απελευθέρωση είναι πρωτίστως ζήτημα εσωτερικό. Πρέπει να πορευθούμε προς τη ζωή με την όψη του ανθρώπου, γιατί ο κόσμος έγινε στ’ ανάστημα μας, θα έλεγε ο Ελυάρ,  «Έξω από όλες τις σπηλιές μας Έξω από τον εαυτό μας». Στους δύσκολους αυτούς καιρούς, που το κράτος καταπιέζει, το αφεντικό κλέβει και η φτώχεια καλπάζει, η ψυχή εύκολα μπορεί να γονατίσει ή να αρπάξει φωτιά και να λάμψει μέσα στο σκοτάδι. Μεταξύ αγώνα και σιωπής, ανεμίζει το λάβαρο της επιλογής.       

«Ποτέ μην αναγνωρίσεις τα σύνορα του ανθρώπου! Να σπας τα σύνορα! Ν’ αρνιέσαι ό,τι θωρούν τα μάτια σου. Να πεθαίνεις και να λες: Θάνατος δεν υπάρχει!»

Τόνι Αγκαστινιώτης

6 Νοεμβρίου 2021