ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΙΣ ΣΦΑΓΕΣ

Αναζητείται η αριστερή εναλλακτική
του Σωτήρη Βλάχου
Στα πρόθυρα του Πρώτου Μεγάλου Πολέμου, 1914 – 18, η σοσιαλδημοκρατία, στην οποία ανήκαν και οι μπολσεβίκοι του Λένιν, στο κεφαλαιώδες ζήτημα του πολέμου διατηρούσε ακόμα τη μαρξιστική θέση:
Οι εργάτες θεωρούν έγκλημα να πυροβολούν ο ένας τον άλλον προς όφελος των καπιταλιστών (το Μανιφέστο της Βασιλείας).
Ακόμα και λίγες μέρες πριν το ξέσπασμα του Πολέμου στις 4 Αυγούστου του 1914, μέχρι και τις τελευταίες μέρες του Ιούλη, υπήρχαν ανάλογες δηλώσεις και γραπτές προκηρύξεις. Εγκαταλείφθηκαν όμως λίγες μέρες μετά, στην πιο απότομη και ξαφνική προδοσία της αριστεράς απέναντι στους λαούς του κόσμου.
Ψήφιζαν όλοι, με πρώτη τη γερμανική σοσιαλδημοκρατία που ήταν με διαφορά η πιο δυνατή, τους αμυντικούς προϋπολογισμούς, διότι… ανακάλυπταν, τη στιγμή ακριβώς εκείνη, ότι πάνω από όλα υπερείχε η πατρίδα. Πάνω ακόμα και από τις εκατόμβες νεκρών που θα σήμαινε ένας παγκόσμιος πόλεμος.
Για χρόνια η διεθνής αστική τάξη είχε αντιμετωπίσει με βία και καταστολή τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα που ήταν τότε οι εκφραστές των συμφερόντων της εργατικής τάξης. Με μόνο όμως αποτέλεσμα την ενίσχυση του κύρους και της δύναμής τους.
Έτσι δοκίμασαν τον «εναγκαλισμό» με αυτές τις ηγεσίας τις οποίες άρχισαν να καλούν στα σαλόνια τους. Αυτό, σε συνδυασμό με τα προνόμια που αποκτούσαν μέσα στον καπιταλισμό ως ηγέτες των οργανώσεων της εργατικής τάξης που δυνάμωναν ολοένα και περισσότερο, οδήγησε στον εκφυλισμός τους.
Η Ροζα Λούξεμπουρκγ, περισσότερο και ακόμα πιο πριν από τον Λένιν, είχε αντιληφθεί το βάθος του εκφυλισμού. Κόντρα στο ρεύμα, μια μειοψηφία μέσα στο διεθνές εργατικό κίνημα παρέμεινε πιστή στις επαναστατικές παραδόσεις που είχε αφήσει η Δεύτερη Διεθνής. Με ηγέτιδα δύναμη τους μπολσεβίκους και τον Λένιν, αλλά και τους Γερμανούς Σπαρτακιστές στους οποίους συμμετείχε η Ρόζα, άφησαν μια μεγάλη κληρονομιά στο καίριο ζήτημα των πολέμων.
Η θέση της αριστεράς στο ζήτημα του πολέμου δεν είναι η προπαγάνδα υπέρ της ειρήνης. Οι σοσιαλιστές δεν καλούν τους αστούς και τις κυβερνήσεις τους για ειρήνη.
Ο πόλεμος είναι η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα, ο πόλεμος είναι αποτέλεσμα των ασυμβίβαστων συγκρούσεων και ανταγωνισμών μεταξύ των διάφορων καπιταλιστικών χωρών και όσο υπάρχει ο καπιταλισμός οι πόλεμοι θα είναι αναπόφευκτοι.
Οι σοσιαλιστές καλούν σε αγώνα ανατροπής του καπιταλισμού αν είναι να υπάρξει ειρήνη.
Ο Λένιν ήταν απόλυτος. Συγκρούστηκε με όλα τα πασιφιστικά ρεύματα που θεωρούσαν ότι ο πόλεμος μπορεί να αποφευχθεί χωρίς την επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού.
Η θέση του Λένιν στο ζήτημα, όπως σε όλα τα ζητήματα, ήταν αποτέλεσμα της πιο διεξοδικής ανάλυσης. Ενώ κάποιοι πόλεμοι ήταν δίκαιοι τον 19ο αιώνα, όταν ακόμα ο καπιταλισμός ξεκαθάριζε τη σκηνή από τα μεσαιωνικά κατάλοιπα, με το τέλος αυτού του αιώνα και τις αρχές του 20ού, οι πόλεμοι ήταν ιμπεριαλιστικοί και από τις δύο πλευρές. Εκτός των περιπτώσεων της ιμπεριαλιστικής επίθεσης ενάντια σε μεμονωμένα κράτη της περιφέρειας, όπως για παράδειγμα η επίθεση στο Ιράν τώρα. Που ακόμα και να ηττηθούν οι ιμπεριαλιστές, κάτι για το οποίο παρακαλεί κάθε έντιμος αριστερός, δεν παρέχεται διέξοδος από τα σημερινά δεινά των λαών του κόσμου.
Για τον Λένιν, ο ιμπεριαλισμός είναι το ανώτερο στάδιο της ανάπτυξης του καπιταλισμού. Αυτό το στάδιο χαρακτηρίζεται από τη συγκεντροποίηση, τη μονοπωλιακή κυριαρχία. Η εξαγωγή κεφαλαίου έχει / διαδραματίζει κεντρικό ρόλο. Ο καπιταλισμός του ελεύθερου ανταγωνισμού που έπαιξε προοδευτικό ρόλο στην ιστορία, με όλα φυσικά τα κακά που τον συνόδευσαν, είχε φτάσει στο τέλος του.
Ο Λένιν παρατήρησε την ανάπτυξη αυτού του φαινομένου στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα. Φαινομένου που διαμόρφωνε ένα εντελώς καινούργιο πλαίσιο διεθνών σχέσεων, όπου μια χούφτα μονοπώλια καθόριζαν τις τύχες του κόσμου. Με το ξέσπασμα του Πολέμου το 1914, ούτε στη Ρωσία, ούτε στην Αυστροουγγαρία, ούτε στη Γαλλία, ούτε στην Αγγλία υπήρχε μία δίκαιη πλευρά.
Όσο και αν κάποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι μια τέτοια προσέγγιση στα χρόνια της «ειρηνικής» συνύπαρξης των διαφόρων δυνάμεων του διεθνούς καπιταλισμού, στα χρόνια πριν την παγκόσμια κρίση του 2008, θα ακουγόταν εκτός πλαισίου, σήμερα, τώρα, οι εξελίξεις την κάνουν τη μόνη ρεαλιστική προσέγγιση.
Προς την εντελώς άγνωστη θέση του Λένιν και των μπολσεβίκων, θα κινούνται ολοένα και περισσότερα στρώματα σε ολόκληρο τον κόσμο.
Η γενοκτονία στη Γάζα, ότι πιο χυδαίο και αποκρουστικό από τον καιρό των ναζί, η δολοφονική και απρόκλητη επίθεση του Ισραήλ στο Ιράν, με τις πλάτες των ΗΠΑ, αλλάζουν συνειδήσεις πιο γρήγορα και πιο βαθιά από ποτέ.
Η ελεεινή στάση του δυτικού πολιτισμού πάνω στο ζήτημα, ακόμα και όταν παντού υπάρχουν οι σκελετωμένες μορφές παιδιών από την πείνα, οι καταγραφές δεκάδων δολοφονιών την ημέρα ανθρώπων που απλά προσπαθούν να προμηθευτούν λίγη τροφή από τα συσσίτια, αλλάζει συνειδήσεις.
Ακόμα περισσότερο όταν στην περίπτωση του πολέμου στη Ουκρανία είναι όλοι τους συνασπισμένοι ενάντια στην παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου… που δεν μπορούν να αντέξουν. Ο πόλεμος όμως στην Ουκρανία δεν είναι παρά μέρος της κλιμάκωσης της αντιπαράθεσης μεταξύ των ιμπεριαλιστικών πόλων.
Η «ειρήνη» που τώρα επιτεύχθηκε μεταξύ των Ιμπεριαλιστών και του ιρανικού καθεστώτος, είναι καταδικασμένη να είναι προσωρινή. Πόσοι μπορεί να πιστεύουν ότι θα εκλείψουν οι λόγοι που για δεκαετίες, που από πάντα, οδηγούν τους ιμπεριαλιστές της Δύσης σε κάθε είδους επεμβάσεις στην περιοχή της Μέσης Ανατολής αλλά και στον υπόλοιπο κόσμο;
Δεν υπάρχει μονοπωλιακός καπιταλισμός χωρίς πόλεμο, δεν υπάρχει διαρκής ειρήνη στην ιμπεριαλιστική εποχή. Δεν υπάρχει δυνατότητα μίας ειρηνικής Ευρωπαϊκής Ένωσης μέσα στα πλαίσια του καπιταλισμού, δεν μπορεί να υπάρχει η «συμμαχία» των ιμπεριαλιστών του ΝΑΤΟ χωρίς στρατιωτικά σχέδια και επιθετικά συστήματα.
Μόνιμη ειρήνη θα μπορούσε να υπάρξει αν η αριστερά έπαιρνε τη σκυτάλη από την εποχή πριν τη μεγάλη προδοσία των λαών το 1914. Όσο δεν το κάνει στην εποχή της παγκόσμιας κρίσης και της όξυνσης των ιμπεριαλιστικών αντιθέσεων, τόσο θα περνά στην ανυποληψία και τόσο θα καταδικάζεται η ανθρωπότητα στη δύνη των πολέμων που θα γίνονται πιο αιματηροί και πιο παγκόσμιοι.
Σωτήρης Βλάχος
28 Ιουνίου 2025


